No Sense Words – Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις… Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους… πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια…Είναι λέξεις φυγόκεντρες…

Vaffanculo Lei! – Αφήγημα

Gustav Klimt, “Πορτρέτο της Johanna Staude”, 1916.

Gustav Klimt, “Πορτρέτο της Johanna Staude”, 1916.

  Όταν επέστρεψα στη θέση μου μετά το δεκάλεπτο διάλειμμα για τσιγάρο, το τηλεφωνικό κέντρο είχε πάρει φωτιά. Η συνάδελφος που καθόταν δίπλα μου και μοιραζόμασταν το νοβοπάν ξεχαρβαλωμένο γραφείο, μόλις με είδε να επιστρέφω από το διπλανό δωμάτιο που χρησίμευε σε έκτακτες περιστάσεις ως καπνιστήριο, μου έγνεψε με επιμονή και χτυπώντας ρυθμικά την άκρη του μολυβιού στην τηλεφωνική συσκευή, μου έδειξε την εισερχόμενη γραμμή προς αναμονή απάντησης.

            «Τικ, τικ, τικ», «έχεις γραμμή», «τικ, τικ, τικ, τικ», «Εμπρός λοιπόν, απάντησε» εξακολουθώντας να χτυπάει νευρικά τη γομολάστιχα του μολυβιού στο κόκκινο κουμπί που αναβόσβηνε. «Απάντησεεε!» και με περιπαιχτική διάθεση και ύφος εμπιστευτικό συνέχισε με σοβαρό τόνο «ζητούν τον υπεύθυνο προσωπικού…» και συμπλήρωσε χαιρέκακα «…Κύριε Διευθυντά Μας…»

            «Τον υπεύθυνο; Ποιον υπεύθυνο; Βλέπεις κανένα υπεύθυνο εδώ τριγύρω; Αυτό μας έλειπε τώρα!» αντέδρασα έντονα και πριν μου δώσει την ευκαιρία να της απαντήσω επί ίσοις όροις στο κακόγουστο πείραγμα της, η ματιά μου ακολούθησε την ελλειπτική τροχιά της ροζ γομολάστιχας που είχε εκσφενδονισθεί και διέγραφε πτωτική πορεία κατευθείαν στην κούπα με τον καφέ μου. «Σόνια, μα Σόνια, επιτέλους!!! Uffaaa!!» διαμαρτυρήθηκα με παράπονο χωρίς όμως ανταπόκριση, μιας και, βγάζοντας από την αναμονή την κα DeScanio, μια συχνή, από χρόνια, πελάτισσα του τουριστικού πρακτορείου, συνέχισε με έντονη πολεμική διάθεση την τηλεφωνική συνδιάλεξη, έχοντας χάσει πια κάθε έλεγχο σε μια στιχομυθία του παραλόγου: «Ma signora, ma signora DeScanio,  δεν είναι φταίξιμο δικό μας, αν τα μπισκότα της μερέντας ήταν μπαγιάτικα…» «Ma signora DeScanioooo…» Στο μακρόσυρτο ‘‘οοοο’’ την είδα ανασηκωμένη, στις μύτες των ποδιών, κατακόκκινη, κρατώντας το μικρόφωνο κολλητό στο στόμα και το ακουστικό της συσκευής σε απόσταση ασφαλείας από το αυτί. Όλη η έκφραση του προσώπου της συγκεντρωνόταν σ’ αυτό το φωνήεν ‘‘οοοο’’. Ικανοποιημένος από την φρίκη που έτρωγε με τη γριά μέγαιρα, θεώρησα ανούσιο να προβώ σε οποιαδήποτε μορφή συναδελφικής εκδίκησης και αρκέστηκα σ’ ένα ξερό «Vaffanculo Σόνια» και της χαμογέλασα με νόημα.

            Σε μια παραπαίουσα από τα δυσανάλογα οικονομικά χρέη, μικρομεσαία, οικογενειακή επιχείρηση, είχε γίνει άγραφος δεοντολογικός κώδικας στους λιγοστούς μόνιμους και εξαθλιωμένους συναδέλφους να μην απαντούν στις κλήσεις με το όνομά τους αλλά με αφηρημένες εκφράσεις του τύπου ‘‘τηλεφωνικό κέντρο’’, ‘‘μάλιστα’’, ‘‘εμπρός’’ αν και η ανύπαρκτη κυριολεκτικά Διεύθυνση, όταν σπάνια επισκεπτόταν τα γραφεία του τηλεφωνικού κέντρου και το λογιστήριο, είχε πάμπολλες φορές κάνει παρατήρηση για την ανορθόδοξη επαγγελματική μας συμπεριφορά. Με κοινή κοινοποίηση και αποδέκτες το κέντρο υπηρεσίας πελατών και τη λογίστρια είχε εφιστήσει την προσοχή σ΄ αυτό το μείζον θέμα που είχε δημιουργηθεί. Το σχετικό email είχε εκτυπωθεί και ο καθένας ήταν υποχρεωμένος να αναρτήσει αντίγραφο στον προσωπικό του πίνακα ανακοινώσεων. Ήταν γεγονός ότι η Διεύθυνση έδειχνε ιδιαίτερο ζήλο για την τηλεματική ηλεκτρονική επικοινωνία με τους υφισταμένους της αν και η αποστολή email προϋπόθετε μια σχετική καθυστέρηση στις απαντήσεις, ιδιαίτερα σε αυτές που έχρηζαν επείγουσας και άμεσης λύσης. Μια πιο άμεση τηλεφωνική επαφή με το Διευθυντή ήταν σχεδόν αδύνατη.   Την ιδέα της αφηρημένης απόκρισης στα τηλέφωνα,  την είχε πετάξει η λογίστρια που είχε κουραστεί να επωμίζεται, χωρίς να είναι της αρμοδιότητάς της, τις οικονομικές ευθύνες μιας εταιρείας φαντομά, ιδιαίτερα όταν ένας από τους κύριους προμηθευτές της την είχε μηνύσει για παράνομη παρακράτηση οφειλών, η τακτική αυτή είχε γίνει νόμος.

            Σήκωσα το ακουστικό και απάντησα με επιφυλακτικότητα, αποφεύγοντας  να πω το όνομά μου, μ’ ένα αόριστο ‘‘λέγετε, παρακαλώ’’, συγκεντρώνοντας όλη μου τη προσοχή και τ’ αντανακλαστικά μου στο ακουστικό, προσπαθώντας να μαντέψω ποιος θα μπορούσε να ζητά τον υπεύθυνο προσωπικού, που φυσικά δεν ήμουν  εγώ. Ούτε φυσικά υπήρχε ούτε ποτέ υπήρξε κάποιος με ανάλογες αρμοδιότητες εδώ και τρία χρόνια περίπου.

            «Ναι, εχμ, γεια Σας» ακούστηκε μια φωνή στο βάθος του ακουστικού που μ’ έκανε να το πιέσω στο αυτί μου, προκαλώντας μου σχεδόν πόνο. «Είμαι, εχμ ονομάζομαι Κάτια, που εμ, σήμερα νωρίς το πρωί … α! Σας είχα γράψει και ένα μμμ… ναι, mail… αλλά, ναι, εχμ, δεν είχα πάρει απάντηση και, εχμ, να, εχμ σκέφτηκα» αφήνοντας αυτή τη φορά ένα γελάκι αμηχανίας, «να σας τηλεφωνήσω». «Εγώ» συνέχισε με σοβαρό και επίσημο ύφος «θα ήθελα μια, αν γίνεται βεβαίως, εχμ, μια εχμ πληροφορία, αν είναι, εμ, δυνατό. Μάλιστα, μια πληροφορία». Προσπάθησα να καταλάβω περί τίνος πρόκειται αλλά η ασύνταχτη ανακολουθία των λέξεων και η φωνή που χανόταν ανά διαστήματα, δεν μου έδιναν πολλά περιθώρια. «Έχετε κάνει κάποια κράτηση; Σας χρειάζονται πληροφορίες;» Προσπάθησα να καταλάβω. «Κράτηση; Εχμ, όχι. Όχι, εχμ, δεν πρόκειται για κράτηση. Όχι. Είμαι, χα, αχά, η νέα συνάδελφος αλλά θα ήθελα να ρωτήσω, εχμ, αν το τρένο σταματάει συχνά εκεί που βρίσκεστε, και εάν, αχ, χα, τα ωράρια του τρένου». «Α, μια στιγμή», απάντησα με όσο πιο ευγενικό τρόπο μπορούσα πριν ακολουθήσει μια στιγμή έκρηξης. Πίεσα το κουμπί της παύσης και έφερα με δύναμη τη παλάμη μου στο πρόσωπό μου, περνώντας τη στο κάθιδρο μέτωπό μου, τρίβοντας μετά το πονεμένο μου αυτί και γυρνώντας με όλο το κορμό του σώματός μου στη περιστρεφόμενη πολυθρόνα, απευθύνθηκα στη συνάδελφο, που εν τω μεταξύ είχε σταματήσει να λογοφέρει με τη signora DeScanio, και μασώντας με λυσσασμένη μανία μια τσίχλα, ξεδιπλώνοντας μια φούσκα αδιαφορίας ανάμεσα απ’ τους κοπτήρες της. «Μα όλοι σε μένα; όλα σε μένα, βρε γαμώτο μου; Τι είναι τούτη ‘δω; Που να ξέρω εγώ τα ωράρια του τρένου βρε κοπελιά; Μα τι είμαι η Trenitalia; Σαν να μην μας έφταναν όλα εδώ μέσα…» και συνέχισα « Σόνια, έκαναν τώρα τελευταία προσλήψεις προσωπικού; Ξέρεις τίποτα; Τι μου λέει τούτη;» Ως πρώτη απάντηση πήρα ένα παγερό ανασήκωμα των ώμων και ένα υπόκωφο κρότο στον ουρανίσκο από το σπάσιμο της τσιχλόφουσκας που άφησε μια φρουτένια οσμή, πριν προσθέσει ξερά: «Ε, τι περιμένεις κι εσύ; Καμιά καινούργια εποχιακή θα είναι. Πες της να έρθει. Ούτε η πρώτη, ούτε η τελευταία θα είναι. Κάνεις κι εσύ, βρε κακομοίρη, πως δεν ξέρεις. Mah!»

            Είχε δίκιο. Ήταν πολιτική της εταιρείας, πριν την έναρξη της καλοκαιρινής σαιζόν, να γίνονται προσλήψεις βοηθητικού προσωπικού που προοριζόταν στην κάλυψη θέσεων με όχι ιδιαίτερες απαιτήσεις και με υποβαθμισμένες εργασιακές συμβάσεις και άλλο τόσο αποδοχές: αποστολή email, φωτοτυπίες, διανομή εγγράφων στο μόνιμο προσωπικό, αρχειοθέτηση απεσταλμένων προσφορών σε πελάτες που αντί την καταστροφή τους, μια και δεν έχρηζαν καμίας χρησιμότητας, η Ιδιοκτησία είχε αποφασίσει να αρχειοθετεί και να διατηρεί για μήνες σε σκονισμένους ντοσιέ, τροφοδοτώντας με αυτό τον τρόπο μια γραφειοκρατική αλυσίδα, χωρίς ουσία. Πράγματι, η εταιρεία δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από τον πιο δυσκοίλιο κρατικό οργανισμό. Ήταν βέβαια, εκτός των άλλων, και συχνό το φαινόμενο της παραίτησης στα μέσα της σαιζόν, νεοφώτιστων συναδέλφων, λόγω των εξαντλητικών εργασιακών συνθηκών και της μισθολογικής αοριστίας από την πλευρά της Διεύθυνσης, δίνοντας έτσι έναυσμα σ’ ένα συνεχόμενο πήγαινε – έλα διαφόρων υπάρξεων και σε μια ατέλειωτη εναλλαγή ονομάτων και, κατά συνέπεια, στη συνεχή αντικατάστασή των σχετικών ετικετών στα εσωτερικά τηλέφωνα. Οι ίδιες περίπου συνθήκες έπλητταν και τους μόνιμους, μόνο που η εταιρεία λόγω της οικονομικής δυσμάρειας αναβάθμιζε, υποβάθμιζε, έχριε με νέες αρμοδιότητες και καθήκοντα υπεύθυνους προσωπικού, revenue manager, υποδιευθυντές, προϊσταμένους εμπορικού τομέα, σε καθημερινή ημερήσια βάση τους ίδιους και τους ίδιους εναπομείναντες, ίσως ως ανάμνηση της παρωχημένης αίγλης της άλλοτε εύρωστης εταιρείας που δεν είχε ποτέ αποδεχτεί τον οικονομικό ξεπεσμό της και αρνιόταν να αντιμετωπίσει τις αλλαγές που επέρχονταν στις δομές της  σκοτεινές και δυσοίωνες.

            «Ναι, με ακούτε; Εάν πρέπει να ξεκινήσετε αύριο το πρωί, στις εννέα μάλιστα, πρέπει να πάρετε το τρένο των οχτώ και μισή. Θα έρθετε με καθυστέρηση πέντε λεπτών αλλά δεν νομίζω να είναι πρόβλημα. Εξάλλου η Διεύθυνση θα σας έχει πει ότι στην αρχή προβλέπεται μια εβδομάδα δοκιμής πριν την οριστική σας πρόσληψη.» «Α, ναι βέβαια, βέβαια μια εβδομάδα δοκιμή. Μου το είχαν πει. Ναι, βεβαίως» συμφώνησε η φωνή.

            Παρουσιάστηκε το επόμενο πρωί στις 09:05 στα γραφεία του τουριστικού πρακτορείου μια σαραντάχρονη γυναίκα, που έδειχνε σαφώς περισσότερα χρόνια, σύμφωνα με την κοινή ομολογία όλων, συμπεριλαμβανομένης και της λογίστριας, εμφανώς κουρασμένη, ατημέλητα περιποιημένη και με απρόσεκτο βάψιμο. Το έντονο κόκκινο χρώμα του κραγιόν στα λεπτά χείλη σου έδιναν την εντύπωση πως είχε απλωθεί, σαν από μια παιδική αφελή κίνηση σε όλο το πρόσωπο και της ενέδιδε μια γενική κόκκινη χροιά ινδιάνου. Σφιχτά δεμένη σ’ ένα λεπτό εμπριμέ βαμβακερό καλοκαιρινό φόρεμα, που έδενε στο ύψος του στήθους ένας χαλαρός φιόγκος, δυσανασχετούσε, ασθμαίνοντας, στα ψηλοτάκουνα παπούτσια της, που με δυσκολία συγκρατούσαν τα παραπανίσια της κιλά. Προς διατήρηση της ισορροπίας της έριχνε το βάρος της, πίσω, ευθύς στα τακούνια της που τα έκανε να τρίζουν πάνω στα κούφια πλακάκια του πατώματος.

            Οι οδηγίες για την υπό δοκιμή συνάδελφο ήταν ρητές: ‘‘εντός δύο εργάσιμων ημερών να είναι σε θέση ν’ αποστέλλει πάνω από 100 δακτυλογραφημένες προσφορές με email ημερησίως, να γνωρίζει τον τηλεφωνικό δεκάλογο πωλήσεων και να καταχωρίσει στους μισοκατεστραμμένους ντοσιέ όλες τις απεσταλμένες εμπορικές αλληλογραφίες, που από μήνες κείτονταν σκόρπιες στο πάτωμα’’. Καθημερινά, με το πέρας του εργασιακού ωραρίου της, ένας μόνιμος συνάδελφος, υπό την επιστασία του οποίου δούλευε, έπρεπε να στέλνει με εκτενή αναφορά mail για την παραγωγικότητά της. Η αναφορά, όπως συμβαίνει και αρμόζει σε αυτές τις ιστορίες ήταν ξερή, λιτή και απέριττη, συνοψίζοντας σε δυο μόλις γραμμές την πρόοδο των εργασιών, χωρίς να κάνει λόγο για τις απλήρωτες υπερωρίες, το ανυπόφορο σφίξιμο στο εμπριμέ φουστάνι με το λιτό φιόγκο στο μπούστο της και την ερυθρότητα του προσώπου που είχε απλωθεί ως εξανθηματική δερματική ασθένεια στο λαιμό της. Βουβή, σκυφτή στον υπολογιστή της, χτυπώντας, υπολογισμένες ήδη, ιδιαίτερα ευνοϊκές προσφορές last minute σε στριφνές πελάτισσες σε αναζήτηση φθηνών διακοπών με πλήρη διατροφή, αντιμετώπιζε τις σκωπτικές διαθέσεις ακόμα και των νεότερων συναδέλφων της, τις διαρκείς συστάσεις του Διευθυντή, αυτή τη φορά παρόντος με σάρκα και οστά, για τα ορθογραφικά λάθη, τις παραλήψεις κατά την πληκτρολόγηση και τους αργούς ρυθμούς παραγωγής.

            Παρόλα αυτά η εταιρεία την έκρινε ικανή να παραμείνει στη θέση της, πάντοτε υπό καθεστώς δοκιμής, για ένα ακόμα μήνα αλλά παύοντάς την οριστικά να απαντά στις εισερχόμενες κλήσεις, όταν λοιπόν, σε μία απεγνωσμένη πελάτισσα που μόλις της είχε ανακοινωθεί με παγερό ύφος, λόγω υπερκράτησης, και ενώ θα μπορούσε να αποφευχθεί, η αλλαγή προορισμού σε άλλη τοποθεσία της Αδριατικής Ριβιέρας, σε μια απόσταση 40 χιλιομέτρων από το πρωταρχικό ξενοδοχείο, εξέφρασε ανοιχτά τη συμπάθειά της για το λυπηρό αυτό συμβάν και συγχρόνως το ενδιαφέρον να παρακαλέσει τον προϊστάμενο, με το αρμόζον βεβαίως δέος του υφισταμένου, για την τακτοποίηση της κυρίας και της τετραμελούς της οικογένειας σε μια άλλη πόλη πιο κοντινή. Η παύση της ήταν οριστική και αμετάκλητη: της ανατέθηκαν μόνο απογευματινές και βραδινές βάρδιες που ο φόρτος εργασίας και ο φόβος για επίπληξη την επόμενη μέρα την κρατούσαν μέχρι και δύο ώρες αργότερα από το κλείσιμο. Από τότε απέφευγε να ανταλλάσσει κουβέντες με τους συναδέλφους. Κάθε τόσο μόνο ακουγόταν ο ήχος των τακουνιών που καρφώνονταν στο πάτωμα και κάθε τόσο άφηναν τα χνάρια της αποσύνθεσής τους, μικρά μαύρα κομμάτια λουστραρισμένου δέρματος από της δεύτερης διαλογής υποδήματα όταν σηκωνόταν να μαζέψει με αδέξιες κινήσεις των χεριών τις εκτυπωμένες σελίδες των προσφορών σα θεριστής που κρατάει δρεπάνι. Όσο στοιβάζονταν οι προς αποστολή προσφορές που άφηναν να γλιστρήσουν οι συνάδελφοι στη θήκη της τόσο κόνταινε στον πάγκο της και βυθιζόταν στη θέση της. Μερικές στιγμές μόνο, ανά τακτά διαστήματα, έβανε ένα θρυμματισμένο κράκερ στο στόμα της, χωρίς να το ακουμπούν τα χείλη και τα δόντια της, και σα σαλαμάνδρα, εκτοξεύοντας μόνο τη γλώσσα της, την μάζευε αρπαχτικά, κρυφά από τις αδιάκριτες ματιές των συναδέλφων και την απαγόρευση της Διεύθυνσης κι έκλεινε το στόμα της μπουκώνοντας το κομμάτι γαλέτας, γεμάτη ικανοποίηση.

            Μόνο μια φορά, την είδα να με πλησιάζει, καθώς περίμενα το βραδινό τρένο, κατάκοπος, ανυπόμονος να χωθώ στα ζεστά καθίσματα της δεύτερης θέσης και να κοιμηθώ για όσο κρατούσε η διαδρομή. Σαν την είδα να πλησιάζει και να με ακολουθεί κρατώντας απόσταση φοβισμένου σκύλου, παρόλη την κούραση, της έγνεψα να καθίσει δίπλα μου. Βολεύτηκε τελικά απέναντι μου. Έχοντας εξαντλήσει κάθε ανώδυνη συζήτηση για τη δουλειά, το στρες, τον καιρό και την ασυνήθιστη υγρασία στα μέσα του καλοκαιριού, άρχισε, στρέφοντας τα μάτια της προς την οροφή του βαγονιού σα να παρατηρούσε κάτι συγκεκριμένο που της τραβούσε την προσοχή και άρχισε να μονολογεί:

            «Ξέρεις κάτι; Είναι πολύ παράξενο αλλά εγώ πια έχω συνηθίσει. Δεν ξέρω ακριβώς τι είναι αυτό που μου τυχαίνει αλλά ούτε και το έχω ποτέ ψάξει, με κάποιον, τι να πω, ειδικό.»

            «Ξέρεις, μου συμβαίνει ένα περίεργο πράγμα, χρόνια τώρα. Εγώ ξαναζώ αυτό που ονειρεύτηκα το προηγούμενο βράδυ. Σου ‘χει μήπως τύχει; Στο ξύπνιο μου, εννοώ. Αυτό που είδα τη προηγούμενη νύχτα το ξαναζώ με τα μάτια ανοιχτά και τις επόμενες μέρες. Όλοι, ακόμα και στο γραφείο, νομίζουν ότι είμαι λίγο περίεργη, μερικοί θα νομίζουν πως είμαι και τρελή, έτσι δεν είναι; Έλα τώρα. Δε χρειάζεται να μου το διαβεβαιώσεις, το βλέπω στα μάτια τους, το πώς με κοιτάζουν με ορθάνοιχτους βολβούς, όταν κάθομαι δίπλα τους ή όταν σηκώνομαι.  Ναι, κοίτα, λίγο ατσούμπαλη είμαι. Σαν να μη μπορώ να ελέγξω το σώμα μου, τα χέρια μου και τα πόδια μου. Δε φατίω εγώ. Πάνε μόνα τους, τα έχω βάλει στον αυτόματο. Χαχαχα. Αλλά δεν είμαι τρελή. Δεν με νοιάζει πως με αντιμετωπίζουν οι άλλοι γιατί εγώ όμως νιώθω ωραία! Τους εξαπατώ. Δεν βρίσκομαι στο γραφείο, ούτε τους ακούω, ούτε με πειράζουν οι φωνές του αφεντικού. Είμαι στον κόσμο μου, είμαι αλλού».

            «Αλλά είναι ωραία. Ναι, το ίδιο όνειρο το βλέπω για πολλές μέρες συνέχεια. Κάθε φορά βρίσκομαι και σε άλλη πόλη, στην πλατεία της. Κάθε πόλη έχει μια πλατεία. Όχι, δεν είναι όμοιες μεταξύ τους. Δεν έχω βρεθεί ποτέ μου, να πεις ότι τις έχω επισκεφθεί παλαιότερα και τις ξαναβλέπω στον ύπνο μου, σαν ανάμνηση. Δεν μου αποκαλύπτεται ποτέ η ονομασία τους, κάτι που να μου δίνει μια πληροφορία για το ποια πόλη είναι, τι να πω, να, μια πινακίδα, ένα σημείο αναφοράς που λένε. Αλλά ούτε κι εγώ ζητάω να μάθω. Δε με ενδιαφέρει που βρίσκομαι, ποιος δήμαρχος, άρχοντας ή ευγενής φροντίζει αυτή την πλατεία. Με ενδιαφέρει μόνο που αισθάνομαι ωραία. Και κόσμος! Κόσμος πολύς! Περνάνε δίπλα μου χωρίς να με αγγίζουν. Μόνο μου χαμογελάνε και είναι όλοι τους ντυμένοι με φορέματα και ενδύματα εποχής. Όλοι τους και οι γυναίκες και οι άνδρες. Αχ ναι και οι γυναίκες έχουν κρινολίνα ανοιχτά γιατί κάνει ζέστη. Μάλλον άνοιξη ή το πολύ αρχές καλοκαιριού. Οι άντρες φοράνε ημίψηλα γυαλιστερά καπέλα. Κάθε τόσο ανταλλάσσουμε και χαιρετισμούς.  Και γύρω – γύρω καταστήματα, μαγαζιά με ωραίες πολυτελείς βιτρίνες, και καφέ πολυτελή και αγάλματα, όλα πολύ ωραία και καθαρά».

            «Τι; Πως είπες; Ναι. Α, όχι, απλώς περιφερόμαστε, κυρίως στην πλατεία και όλοι μου χαμογελάνε με εγκαρδιότητα, με καλοσύνη. Αισθάνομαι, πώς να στο περιγράψω, προστατευμένη.»

            «Αλλά, να, αλλά, ξέρεις κάτι… Συμβαίνει, συμβαίνει άλλες φορές, περπατώντας να ξεφύγω και να ακολουθήσω άλλους δρόμους, παράκεντρους. Να απομακρυνθώ και να βρεθώ σε άλλες γειτονιές. Εκεί φοβάμαι. Εκεί έχει μόνο σπίτια. Το ένα δίπλα στο άλλο κολλητά, με βρώμικους τοίχους και μικρά παράθυρα. Ο κόσμος που με κοιτάει περίεργα. Μέσα από τις γρίλιες και τις κουρτίνες. Δεν βλέπω τα πρόσωπά τους αλλά μόνο το περίγραμμα του σώματός τους. Τους αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι τις σκιές τους κι εκεί φοβάμαι. Αισθάνομαι τα χνώτα τους και νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι σα να θέλω να ξεράσω. Είναι κακοί άνθρωποι που θέλουν να με βλάψουν, να μου κάνουν κακό. Νιώθω να θέλουν να με αρπάξουν και ετοιμάζονται να απλώσουν τα χέρια τους. Πως; Δεν ξέρω ακριβώς, να μου κάνουν κακό. Τι κακό, δεν ξέρω. Εκεί τρομάζω! Αλλά εγώ είμαι πονηρή και κατορθώνω να τους ξεφεύγω. Τους τη σκάω και βρίσκω πάντα το δρόμο να γυρίζω στην πλατεία με τους άλλους τους καλούς. Εκεί, μόνο τότε χαλαρώνω».

            Τις επόμενες μέρες οι ρυθμοί εργασίας είχαν ενταθεί. Για μέρες παρουσιαζόταν μια γενική αύξουσα τάση των κρατήσεων πράγμα που με δυσκολία το τηλεφωνικό κέντρο με τους λιγοστούς υπαλλήλους κατόρθωνε να διαχειριστεί και να φέρει εις πέρας. Η νευρικότητα είχε κυριεύσει τους πάντες ακόμα και την Ιδιοκτησία η οποία επιθεωρούσε σε τακτά πια διαστήματα τις συνθήκες παραγωγής και παρέμβαινε με τρόπο καταλυτικό και απόλυτο σε οποιαδήποτε ζήτημα παρουσιαζόταν, με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο. Οι επιπλήξεις ασφαλώς στους υπαλλήλους ήταν σε καθημερινή βάση.

– «Μα τι κάνεις εκεί;»

– «Ορίστε, πως είπατε, σε εμένα μιλάτε;»

– «Τι τρόπος είναι αυτός να μιλάς στο τηλέφωνο; Που τον έμαθες; Κλείσε το τηλέφωνο και πέρασε τη γραμμή στη συνάδελφό σου! Αμέσως! Δε βλέπεις που είναι ελεύθερη; Κατσίκα!»

– «Πως είπατε; Ορίστε; Πως; Μάλλον δεν άκουσα καλά; Πως μου μιλάτε μ’ αυτό τον τρόπο. Ποιος ε, ποιος σας έδωσε το δικαίωμα; Ε; Ποιος είστε εσείς, κύριε; Ξέρετε όμως τι σας λέω ε; Ξέρετε τι σας λέω; Vaffanculo σας λέω. Vaffanculo Lei! Vaffanculo όλοι σας. Και ξέρετε τι άλλο σας λέω; Ξέρετε; Αμ, δεν ξέρετε! Φεύγω!  Εγώ φεύγω.»

            Και περπατώντας σχεδόν στηριζόμενη στις φτέρνες της, με τα τακούνια να λιώνουν καθώς κατευθυνόταν στο διάδρομο, με το κεφάλι ψηλά και τα χέρια να κουνιούνται σαν εκκρεμές, χωρίς να χαιρετίσει κανένα, έκλεισε με θόρυβο την πόρτα. Πριν τη ρουφήξει ο διάδρομος έχω την εντύπωση πως λευκά χέρια με λεπτά μακριά δάχτυλα, μέσα από δαντελωτά μανίκια, ίσως να ‘ταν μιας άλλης εποχής, την καλούσαν στην έξοδο, στο βάθος. Όσο περνάει ο καιρός γίνομαι ολοένα και πιο σίγουρος.

 

 

Creative Commons Αναφορά Δημιουργού -Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές . Παροχή δικαιωμάτων πέρα από τα πλαίσια αυτής της άδειας μπορεί να είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση dim.soukoulis@gmail.com, επικοινωνώντας με τον ίδιο τον δημιουργό.

Άδεια Creative Commons

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Information

This entry was posted on 07/10/2015 by in Φυγόκεντροι Άνθρωποι.

Πλοήγηση

Έξοδος Προς

Έξοδος Προς

Έξοδος Προς

Έξοδος Προς

elpis calling

... μη σταματάς να ελπίζεις...

Metaphrasi

Minding the (linguistic) gap

Τελευταίος ... πάντα

... για να γελάω(;) καλύτερα.

Counselling Tarot and Mindfulness Brisbane

A fun tarot blog, tarot card meanings, counselling, magic, mindfulness, love and all things esoteric

anastasiakalantzi50

Smile! You’re at the best WordPress.com site ever

fragmentary program

τυχαία στοιχεία μιας ανερμάτιστης, ατέρμονης διαδικασίας

Της Iστορίας το περιθώριο

Μικρές ιστορίες που έμειναν θαμμένες..

the Tempest Ahead

Θάρρει, ἔσται γάρ τι ἐκ τῆς νυκτὸς ταύτης φῶς! Ἀπολλώνιος ὁ Τυανεύς

paskevision

αραγε οταν ζεις χωρις παθος ...ζεις ?

Ανθολόγιον Sapere aude!

Sapere aude! - Τόλμα να γνωρίζεις

Αρέσει σε %d bloggers: