No Sense Words – Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις… Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους… πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια…Είναι λέξεις φυγόκεντρες…

Ο Κράχτης – Διήγημα

Το Ραφτάδικο της Άννας

Ο Κράχτης

 

         Η οικογενειακή επιχείρηση «Επισκευές Ενδυμάτων και Όχι Μόνο» της Άννας είχε ξεφυτρώσει σε μια εργατική γειτονιά στην περιφέρεια της Ραβέννας, ανάμεσα στους καπνούς τηγανόλαδου του παρακείμενου γιαπωνέζικου εστιατορίου ΙΤΟ και του επίμονου μετεωρισμού στην ατμόσφαιρα σταγονιδίων ενός φυσιολογικού, για την εποχή, υγρού Νοέμβρη.

          Τα Επιφάνεια του μικρομάγαζου και η πραγματοποίηση της επιχειρηματικής σύλληψης της μεσήλικης μοδίστρας είχε συντελεστεί με σχετική προχειρότητα και με «όχι πολλά πολλά», σε ένα ισόγειο υπερυψωμένο σε τρία τέσσερα σκαλοπάτια από μάρμαρο, διαβρωμένο από τα συνεχή ξεβγάσματα με χλωρινόνερο και τα αλλεπάλληλα περάσματα τρίχινης βούρτσας σε ποτισμένους λεκέδες από σαπισμένα και ποδοπατημένα φρούτα, καθώς πριν από μερικούς μήνες στεγαζόταν στο ίδιο οίκημα ένα «Μανάβικο του Τζουζέππε και Όχι Μόνο».

          Ο ασφυκτικός χώρος του εμπορικού καταστήματος χωρίς μπάνιο και η παιδιόθεν κλειστοφοβία της, την έκαναν να πετάγεται έξω στο κεφαλόσκαλο και συχνότερα, προφασιζόμενη τον πρωινό τύπο, ασταθής πάνω στις πλαστικές μπαλαρίνες της, με κάποια διστακτικότητα αλλά αναγκασμένη από τη πρησμένη ουρήθρα επισκεπτόταν το ξένο μπάνιο, αφού πρώτα ανταλλάξει με την εντικολού* τους δέοντες χαιρετισμούς, σύντομες συναδελφικές συζητήσεις και προνοήσει ν’ αφήσει τον πρωινό οβολό των € 1,50 για την Corriere della Sera. Η ακράτεια, όμως, λόγω της παρατεταμένης εμμηνόπαυσης, την έκανε να πηγαινοέρχεται με μεγαλύτερη συχνότητα στο κοντινό εφημεριδοπωλείο το οποίο σημείωνε αύξηση και στη ζήτηση του εβδομαδιαίου τύπου ποικίλης ύλης ακόμα και λίγα λεπτά πριν από τη μεσημεριανή παύση και το βραδινό κλείσιμο. Και αυτό στην αρχή μόνο. Βλέποντας  ασύμφορη τη λύση και την στοίβα των περιοδικών πεταμένα στο τραπεζάκι με τη γυάλινη επιφάνεια, κάπως αμήχανη, αποφάσισε να μιλήσει ανοιχτά στην συνάδελφό της και να αρκεσθεί πια στον πρωινό τύπο και στη φρέσκια επικαιρότητα χωρίς επιπλέον επιβαρύνσεις.

          Το ραφτάδικο είχε τακτοποιηθεί στα είκοσι δύο τετραγωνικά μέτρα τα οποία λιγόστευαν από το άνοιγμα της πόρτας προς τα μέσα τρώγοντας κι άλλο χρήσιμο χώρο. Δύο πάγκοι, ο ένας με ένα γιούκο με ακατάστατα ριγμένα ρούχα προς επιδιόρθωση και ο άλλος με μία ηλεκτρική ραπτομηχανή σχημάτιζαν ένα μικρό χωλ υποδοχής των πελατών το οποίο μερικές φορές το καταλάμβανε ένας τεράστιος ξανθωπός σκύλος ράτσας λαμπραντόρ. Πίσω από τους πάγκους, σε μία στενή λουρίδα είχαν παραταχθεί δυο ξύλινες καρέκλες που η πλάτη τους έξυνε τον φρεσκοβαμμένο τοίχο και μία πλαστική πολυθρόνα στη γωνία, δίπλα στον πάγκο εργασίας για να είναι του χεριού της, με κούτες λογιών – λογιών ραφτικών και πλαστικές «καλές» σακούλες καταστημάτων – σαν αυτές, μιας εποχής, του περιπάτου – τακτικά διπλωμένες η μία μέσα στην άλλη, που συνόδευαν τα προς επιδιόρθωση ρούχα πριν και μετά το μαντάρισμα. Στην άκρη, κοντά στην πόρτα, μία ηλεκτρική θερμάστρα πύρωνε τους θαμώνες, που για να ξεμουδιάσουν, με κοφτά βήματα, σαν να ‘χαν φορέσει κιμονό, αντάλλασαν τις θέσεις τους, φροντίζοντας να περάσουν κοντά από το πάγκο της και να τσιμπήσουν μια καραμέλα ή μπισκότο βουτύρου που κράταγε για τα τραταρίσματα στους νέους πελάτες. Εκείνη, με μισοσοβαρό – μισοαστείο ύφος, ρίχνοντας τα γυαλιά πρεσβυωπίας χαμηλά στη μύτη, τους κάρφωνε με τη ματιά της, μαλώνοντας τους για την αταξία. Αυτοί μπουκωμένοι, χασκογελούσαν για το πείραγμα και αφήνοντας ένα μουγκρητό ευχαρίστησης μάζευαν στα γόνατά τους μια αγκαλιά παλιόρουχα και συνέχιζαν να ξηλώνουν κουμπιά, φερμουάρ σε καλή κατάσταση και κόπιτσες τα οποία τα τοποθετούσαν σε μεγάλα βάζα από μαρμελάδες και πάστα φουντουκιού για να ξαναχρησιμοποιηθούν αργότερα, με την πρώτη ανάγκη. Το τικ τικ του ψαλιδιού συνοδευόταν από χαμηλόφωνες συνομιλίες οι οποίες διακόπτονταν σαν χτυπούσε το κουδούνι προς αναγγελία νέου πελάτη και ξαναέπαιρναν μετά από μερικά λεπτά σιωπής σαν να υπήρχε στην ατμόσφαιρα ένας ενδοιασμός για νέες συζητήσεις.

          Συχνά στη βιτρίνα, δίπλα στην μεγάλη χαρτονένια επιγραφή «Όλα σε μισή τιμή» με μεγάλα πολύχρωμα γράμματα, ασύμμετρα, σχεδιασμένα σαν από παιδικό χέρι, πηγαινοερχόταν ένα διοπτροφόρο κεφάλι. Στεκόταν για λίγο κοιτώντας προς τα έξω και έπειτα μετατοπιζόταν σταδιακά σε άλλα σημεία της γυάλινης προθήκης, περνώντας σχεδόν πάνω σε όλη την επιφάνεια της βιτρίνας. Χωνόταν πίσω από τη διαφημιστική ανάρτηση «Ψιλικά – Χαρτικά», έπειτα χαμήλωνε σε ύψος μέχρι το πόμολο της πόρτας, σκουντουφλούσε στη συρμάτινη προθήκη με τα τετράδια και ξανακαθόταν κάτω από το καρτελάκι με τις ώρες λειτουργίας. Στο πήγαινε έλα του συνόδευε τους περαστικούς που περνούσαν από το πεζοδρόμιο μέχρι που τους άφηνε εκεί μέχρι που έφτανε η ματιά του. Πρέπει να του άρεσε ιδιαίτερα αυτό το καινούριο παιχνίδι. Παρατηρούσε τις σακούλες που κρατούσαν, υπέθετε τις αγορές που είχαν κάνει από τα λογότυπα σταμπαρισμένα πάνω τους, και με επαγγελματική δεινότητα συνέλεγε πληροφορίες για τις ενδυματολογικές τάσεις της γειτονιάς, καταγράφοντας σιωπηλά τα φθαρμένα γαζιά, τις χαλαρές κλωστές στις κόπιτσες, τα ξεδοντιασμένα φερμουάρ στις φούστες και τα παντελόνια του εργατικού κόσμου και πιθανολογούσε τον επικείμενο ερχομό τους από τη νεοσύστατη επιχείρηση. Με αδιακρισία, μερικές φορές κοιτώντας τους κατά μέτωπο, ακολουθούσε τις τυλιγμένες φιγούρες στα παλτά στην προσπάθειά τους να δρασκελίζουν τις λακκούβες με λασπόνερα, οι οποίες δημιουργούνταν από τη συνεχή σχεδόν βροχόπτωση τον Οκτώβρη και εξατμίζονταν στα τέλη Απρίλη με τις πρώτες ζέστες. Οι πιο διστακτικοί, λοιπόν από τους περαστικούς κοντοστέκονταν στα φυσικά εμπόδια για αρκετά λεπτά. Λικνίζονταν με αβεβαιότητα στο ένα πόδι, χρησιμοποιώντας το άλλο ως βυθόμετρο, μελετούσαν με στρατιωτική σύνεση τα βρομόνερα και ζύγιαζαν τις δυνάμεις τους για το αποφασιστικό σάλτο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή συναντιόντουσαν και τα βλέμματά τους, οι πρώτοι γυρεύοντας βοήθεια, εκείνος κοιτάζοντας με απάθεια πίσω από το τζάμι σιγουρεμένος στη θαλπωρή του μαγαζιού. Οι πιο ριψοκίνδυνοι και αποφασιστικοί ρίχνονταν στη μάχη αψηφώντας το ρίσκο, ρίχνοντας του περιφρονητική ματιά στην οποία απαντούσε προκλητικά με την ίδια απάθεια όπως ακριβώς και στους πρώτους.

          Φαινόταν να τον διασκεδάζει να στέκεται με τις ώρες να κατασκοπεύει τον κόσμο που περνούσε μπροστά από το μαγαζί, αν και η αδιακρισία του είχε προκαλέσει μια κάποια εχθρότητα, μια σχετική ενόχληση. Δεν είχε φτάσει τίποτε στα αυτιά του γι αυτή του τη συμπεριφορά, ούτε και στη γυναίκα του. Μόνο που, να, μερικές φορές οι πελάτες που έρχονταν για κάποια δουλειά κάθονταν βιαστικοί στο ένα πόδι και μπαστουνόρθιοι τους ξέφευγε ένα μφφφ, μφφφ, μφφφ με το απαραίτητο σμίξιμο των φρυδιών.

          Μαζευόταν μονάχα όταν η γυναίκα τον πλησίαζε, τραβώντας τον από το μπράτσο και ξαναέπαιρνε να ξηλώνει μεγάλα κοκάλινα κουμπιά ή όταν έμπαινε πελάτης, παραμέριζε και βρισκόταν ξαφνικά πίσω από τα αφύλαχτα νώτα του, τρομάζοντάς τον από την ξαφνική εμφάνιση. Σαν καλυτέρευε ο καιρός και δεν θα έκανε πια ψύχρα, από Ιούνη μεριά και πέρα, να έχουν αποτραβηχτεί και τα λασπόνερα, θα έβγαζε την πολυθρόνα έξω στο πεζοδρόμιο. Αυτούς που γνώριζε μόνο φυσιογνωμικά θα τους γνώριζε και με τα ονόματά τους. Ίσως και τα ονόματα των παιδιών τους, των συγγενών τους, των στενών τους φίλων. Θα άπλωνε τα πόδια του μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου και θα έκλεβε αναγκαστικά έστω κάποια καλημέρα, μια ανταλλαγή χαιρετισμών. Οι γνωριμίες πάντα χρειάζονται. Όποιος έχει γνωστούς είναι πλούσιος.  

 

«Περάστε.»

«Μια στιγμή, να διώξω το σκύλο. Μη φοβάστε, δεν είναι άγριος.»

«Ναι. Είμαστε λίγο στενά.»

«Για να το δω.»

«Δεν ξέρω αν θα βρω φερμουάρ.»

«Για να κοιτάξω.»

«Δεν έχω στο μάκρος. Θα πρέπει να το παραγγείλω.»

«Αυτά με τα πλαστικά δόντια χαλάνε εύκολα.»

«Θα σας βάλω ένα με μεταλλικά. Είναι πιο γερά. Ναι;»

«Ελάτε να το πάρετε την επόμενη εβδομάδα. Από Τρίτη.»

«Ναι, αν θέλετε μπορείτε να το πληρώσετε και τώρα.»

«Να σας δώσω και απόδειξη. 8 ευρώ κάνει. Όλα μαζί, η δουλειά και το καινούριο φερμουάρ.»

 

Απευθύνθηκε στον κράχτη, ο οποίος εν τω μεταξύ, κατά τη διάρκεια της συνομιλίας της γυναίκας του με τον πελάτη είχε σταθεί σε στάση προσοχής και με ένα απλανές βλέμμα, σαν να προσπαθούσε να δει μέσα από σύννεφο, ακολουθούσε τη φωνή των συνομιλητών.

 

«Έχεις δύο ευρώ ρέστα; Όχι;»

«Είσαι σίγουρος;»

«Για ψάξε στις τσέπες σου.»

«Βγάλτα όλα στο χέρι σου. Όχι, αυτό είναι ένα ευρώ.»

«Άσε να δω εγώ. Άσε σε μένα. Άνοιξε το χέρι σου.»

«Το δύευρω είναι αυτό, το μεγαλύτερο.»

 

Πήρε από την χούφτα του το νόμισμα και το έδωσε στον πελάτη.

«Δεν βλέπει καλά. Είναι σχεδόν τυφλός. Από ατύχημα. Πάνε χρόνια τώρα.»

«Ευχαριστώ πολύ. Γεια σας. Την Τρίτη θα είναι έτοιμο.»

 


 

*εντικολού: νεολογισμός από την ιταλική edicola (= πρατήριο τύπου) + κατάληξη θηλ. -ου, πωλήτρια ή ιδιοκτήτρια πρατηρίου τύπου, βλπ.: περιπτερού

 

 

Creative Commons Αναφορά Δημιουργού -Μη Εμπορική Χρήση-Όχι Παράγωγα Έργα 4.0 Διεθνές . Παροχή δικαιωμάτων πέρα από τα πλαίσια αυτής της άδειας μπορεί να είναι διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση dim.soukoulis@gmail.com, επικοινωνώντας με τον ίδιο τον δημιουργό.

Άδεια Creative Commons

 

Advertisements

3 comments on “Ο Κράχτης – Διήγημα

  1. vequinox
    01/09/2016

    Reblogged στις vequinox.

  2. Παράθεμα: Ο Κράχτης – Διήγημα – worldtraveller70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

VISITORS

Flag Counter
Αρέσει σε %d bloggers: