No Sense Words – Λέξεις Φυγόκεντρες

Λέξεις… Οι δικές μου λέξεις έχουν χάσει την βαρύκεντρο δύναμή τους… πάλλονται, διασκορπίζονται, χωρίς ουσία χωρίς χρώμα, αλλάζουν με τον καιρό, με τη στιγμή παίρνουν μια ιδιαίτερη μορφή, χωρίς διάρκεια…Είναι λέξεις φυγόκεντρες…

Ο θεριστής των αδίκων ονείρων – Παραμύθι (για μεγάλους)


Ένα παραμύθι, που θα μπορούσε να είναι και πραγματική ιστορία, για τις ψευδαισθήσεις, τα πάθη και τα όνειρα που μερικές φορές είμαστε  ή αισθανόμαστε εγκλωβισμένοι. Στα όνειρα των άλλων. Αυτά που κάνουμε εμείς είναι άλλη υπόθεση ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε.

 

dreams

 

Μια φορά κι έναν καιρό, όχι πολλά χρόνια πίσω από την σημερινή εποχή, υπήρχε σε μια χώρα μακρινή, βυθισμένη ανάμεσα στις παγωμένες βουνοκορφές των Άλπεων μια μικρή πολιτεία. Χτισμένη κατά περίεργο και αξιοθαύμαστο τρόπο στις απόκρημνες παρυφές της οροσειράς κρεμιόταν ως δια μαγείας, και έδινε την εντύπωση, σε όποιον περαστικό την κοιτούσε από μακριά, πως από στιγμή σε στιγμή θα γλιστρούσε κάνοντας πάταγο στους πρόποδες. Ανάμεσα, λοιπόν, σε αυτούς τους κυκλώπειους σκιερούς ογκόλιθους κρύβονταν τα σπίτια και οι λιγοστοί της κάτοικοι προφυλαγμένοι από το φως του ήλιου και τον υπόλοιπο κόσμο.

Κανείς σχεδόν δε γνώριζε την ύπαρξή τους, κι ούτε γινόταν ιδιαίτερη μνεία σε άτλαντες και χάρτες αλλά και οι ίδιοι οι κάτοικοι προστατευμένοι από κάθε φυσικό κίνδυνο και ανθρώπινη αδιακρισία έδειχναν να νοιάζονται λιγότερο.  Στη σκιασμένη τοποθεσία, χειμώνα καλοκαίρι, η ζωή περνούσε ήρεμα, χωρίς να τους ταράζει τη γαλήνη κανένα ιδιαίτερο γεγονός, ούτε καλό ούτε κακό. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο βουνίσιος αυτός πληθυσμός γνώριζε με σοφία την πραγματική ουσία της ευτυχίας ή τουλάχιστον είχε ανακαλύψει τη φιλοσοφική σημασία της ψυχικής αταραξίας.  Μόνιμα σε δροσερή θερμοκρασία, αν εξαιρέσει κανείς κάποια γκρίζα περαστικά βαρομετρικά χαμηλά πάνω από τα κεφάλια τους και τις στέγες των σπιτιών τους, πράγμα που τους ανάγκαζε να ντύνονται πιο βαριά και να πετούν στις μαντεμένιες ξυλόσομπες κλαδιά, κορμούς και ρίζες δέντρων, θεωρούσαν, παίρνοντας παράδειγμα από τον καιρό, οποιαδήποτε συμπεριφορά ξεπερνούσε το μέτρο, το λιγότερο υπερβολική και μεγάλη αγένεια.

Έχοντας αναπτύξει μια ιδιαίτερη συμπάθεια γι αυτή την ιδέα, η οποία είχε καθιερωθεί πια ως τρόπος ζωής για μικρούς και μεγάλους, ο δήμαρχος της μικρής αυτής πόλης, μετά από πολύ συλλογισμό και διάλογο με τον κάθε πολίτη, πραγματοποιώντας επίσημες επισκέψεις ξεχωριστά στα σπίτια τους, πίνοντας, επί τη ευκαιρία, αμέτρητες ποσότητες καφέ και αφεψημάτων που του προσέφεραν σε καλά πορσελάνινα σερβίτσια, σε τέτοιο σημείο – υπερβολικό πράγματι – που κόντεψε να πάθει έλκος, ανακοίνωσε μια σειρά από μέτρα για τη διατήρηση αυτής της φαινομενικής τάξης που έχαιρε κοινής αποδοχής. Με πολυσέλιδες αναφορές που είχε καρφιτσώσει έξω από το Δημαρχείο, στο πίνακα ανακοινώσεων, συνιστούσε στο πως έπρεπε να φέρονται από τούδε και εφεξής: Δεν έπρεπε πια να ντύνονται, ούτε ελαφριά αλλά ούτε και βαριά, ακόμα και στο πιο δριμύ κρύο. Κάθε σπίτι ήταν υποχρεωμένο να έχει τόσες ομπρέλες για τις βροχερές μέρες και άλλα τόσα κρινολίνα για τις ηλιόλουστες, όσα ακριβώς ήταν τα μέλη της οικογενείας, και εάν ήταν δυνατό, μια δύο παραπάνω για τους τυχόν απερίσκεπτους επισκέπτες. Το τρανταχτό γέλιο, αυτό ακριβώς που σε κάνει να πονούν οι αμυγδαλές και τα λαιμά σου, όπως και το κλάμα, τα δύο άκρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς απαγορευόταν ρητώς και δια ροπάλου. Εάν κάποιος, βρισκόταν στη δυσάρεστη και αμήχανη θέση, όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για τους υπόλοιπους που θα τύχαινε να είναι μαζί του, να χαχανίσει δυνατά, επειδή του φάνηκε κάτι ιδιαίτερα αστείο, έπρεπε, χωρίς να ολιγωρήσει, να φέρει την παλάμη του στο στόμα του και να δαγκώσει τη γλώσσα του τόσο ώστε να του κοπεί μεμιάς το γέλιο. Εάν δεν έπιανε το τέχνασμα, ευτυχώς, υπήρχε και η λύση της φτερνιδόσκονης, που όλοι προληπτικά έφερναν μαζί τους στις τσέπες τους διπλωμένη στα τέσσερα και μετά στα οχτώ σε ψιλό ψιλό τσιγαρόχαρτο. Λόγω των παρενεργειών που είχε η ουσία στις ρινικές κοιλότητες ο φαρμακοποιός είχε συστήσει μια μικρή δόση για τα παιδιά και μια γενναία και πλούσια για τους ενήλικες για να τους ‘‘πιάνει’’ αμέσως. Για το κλάμα ήταν πιο απλά τα πράγματα. Πριν ξεσπάσουν σε γοερό λυγμό, μπορούσαν κάλλιστα να κλειστούν απομονωμένοι σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού, ακόμα και στην αποθήκη ή σε ευρύχωρο πατάρι και να κλαίουν σιωπηλά, κουκουλωμένοι κάτω από πουπουλένια μαξιλάρια και παχιά κλινοσκεπάσματα. Για όλα, λοιπόν, υπήρχε αντίδοτο και λύση, βροντοφώναζε ο Δήμαρχος και οι κάτοικοι με ανακούφιση επαναλάμβαναν την παροιμιώδη έκφραση του, χοροπηδώντας ελαφρά στους πλακόστρωτους δρόμους.  Ο κοινός φόβος να μη βρεθεί κανείς απρόοπτα και παρά τη θέλησή του να ξεπερνά τα ανθρώπινα μέτρα και σταθμά είχε πλέον εξαφανιστεί και όλοι συνέχιζαν τις δραστηριότητές τους όπως πάντα.

Η φαινομενική αυτή ευτυχία και ξενοιασιά είχε απλωθεί σαν μπογιά σε όλα τα κοκκινωπά τους μάγουλα, τόσο έντονα που κάλυπτε τις τυχόν φακίδες, ελιές και γενικά κάθε ψεγάδι που θα μπορούσε να έχει κάθε άνθρωπος πάνω του. Είχε ευεργετικά αποτελέσματα και για την επιδερμίδα τους γιατί την έκανε πιο χαλαρή και με το πέρασμα των ημερών, πιο απαλή και βελούδινη. Οι κάτοικοι έβρισκαν ιδιαίτερη χαρά να αγγίζουν το πρόσωπό τους και να χαϊδεύονται ώρες ατελείωτες μπροστά στον καθρέπτη. Η δράση της όμως δεν περιοριζόταν μόνο εξωτερικά. Εάν κανείς τους έκανε ακτινογραφία θα διαπίστωνε πως αυτή η πεποίθησή τους, τους είχε ποτίσει βαθιά μέσα τους, αλλάζοντας ακόμα και το πιο μικρό κύτταρο.

Αυτή η ευτυχισμένη τους όμως όψη έδινε την εντύπωση πως ήταν κάτι το ψεύτικο και το φτιασιδωμένο και ανά στιγμές, όταν χανόταν ο έλεγχος, ο καθένας άφηνε να φανεί άθελά του, πως έτρεφε διαφορετικά αισθήματα από αυτά που αντανακλούσε στους γύρω του. Παραδείγματος χάρη, όλοι γνώριζαν αλλά κανείς δεν ενοχλούνταν ουσιαστικά που η κυρία Ρομπενχάους δεν μπορούσε να καταπιεί με τίποτα το γεγονός – και κανένας λόγος φυσικά να το χωνέψει – ότι η συνυφάδα της έφτιαχνε τα πιο ωραία στρούντελ σε ολόκληρη την πόλη, τα πιο μυρωδάτα και γευστικά, ακολουθώντας πιστά μια μυστική συνταγή, παρακαταθήκη, όπως έλεγε, της γιαγιάς της. Όσο κι εάν είχε αναστατώσει τα ράφια και τα συρτάρια της, με πρόφαση ότι έψαχνε ασπιρίνες για ένα μικρό πονοκέφαλο που την ταλαιπωρούσε ενίοτε, δεν την είχε βρει καταχωνιασμένη σε κάποιο σημείο, πράγμα που την έκανε ακόμα πιο έξαλλη. Όπως πάλι όλοι γνώριζαν για το μίσος που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον, οι δυο μανάβηδες της πόλης για το ποιος είχε τα πιο κρατσανιστά, ολοκόκκινα και ζουμερά κεράσια που έφτιαχναν τις πιο μοσχομυριστές, σιροπιαστές κομπόστες και μαρμελάδες. Και το ίδιο για τις ντομάτες, τις μελιντζάνες, τον φρέσκο αρακά, τα κουνουπίδια, το σέλινο και το μαϊντανό και όλα τα ζαρζαβατικά που έβγαζε αυτός ο τόπος. Προσπερνούσαν και πάλι, κι ας γνώριζαν, το φαρμάκι που έσταζε από τη μύτη της η επίσημη πλύστρα της πολιτείας, για την ξεξασπρότερη μπουγάδα της γειτόνισσάς της, τριμμένη και κοπανισμένη μόνο με αλυσιβόνερο. Κι ας είχε μόνο αυτή κατοχυρωμένα επαγγελματικά δικαιώματα και άλλα τόσα μέτρα περγαμηνών και τίτλων που πιστοποιούσαν για την πάστρα και την καθαροσύνη της. Κι όλοι ήταν σίγουροι που έπαιρναν κιόλας όρκο για τον έρωτα που ένιωθε για την πρώτη του ξαδέρφη ο Δήμαρχος και κάθε φορά που την έβλεπε να περνά από τον ίδιο δρόμο, εκδηλωνόταν σα δερματική πάθηση στα ήδη κόκκινα μάγουλά του, προσπαθώντας να τον κρύψει πίσω από τα τεράστια αγκυλωτά μουστάκια του.

Την ημέρα, λοιπόν, ο καθένας ήταν υποχρεωμένος να καταπιέζει τα πάθη του και τα πιο αληθινά του αισθήματα για να μη βγαίνουν στην επιφάνεια και με αυτό τον τρόπο να μην προκαλεί τη κοινή γνώμη, ιδιαίτερα ευαίσθητη σε τέτοιου είδους υπερβολές, όπως πολύ σωστά, στη Κυριακάτικη ομιλία του ο καπελάνος είχε συστήσει στο ποίμνιό του. «Μπορούσε κάλλιστα να βράζει στο ζουμί του, όπως το τσουκάλι πάνω στη φωτιά που κοχλάζει φασολάδα» είχε απαντήσει με αυθορμητικότητα η νέο-μετατεθιμένη από το υπουργείο δασκάλα – οι κακές γλώσσες έλεγαν για δυσμενή μετάθεση – η οποία, πέρα από το γεγονός ότι ήταν ξένη, νεόφερτη και με πρωτευουσιάνικους τρόπους, δεν υποδέχτηκαν τα λόγια της με ευχαρίστηση και έκανε έκτοτε σε όλους τη χείριστη εντύπωση. Από τότε, μετά ακριβώς από το εκκλησίασμα, όλοι είχαν πάρει τις απαραίτητες αποστάσεις και κανείς όχι μόνο δεν την συναναστρεφόταν αλλά δεν την χαιρετούσε κιόλας. Κατέληξε να πίνει μόνη της μπύρες σε δίλιτρες κανάτες για να πνίξει τη μοναξιά της. Πάνω στο μεθύσι της, μερικές φορές, έλεγε πως ήταν καλύτερα έτσι παρά να έχει στα πόδια της όλους αυτούς τους κοινωνικά απροσάρμοστους. Είναι αλήθεια, πως η γραμματιζούμενη,  χρησιμοποιούσε δύσκολο λεξιλόγιο και εκφράσεις για τα γούστα τους. Κανείς δεν την καταλάβαινε. Κάποιος είχε πει μάλιστα ότι όταν ζαλιζόταν από το οινόπνευμα μιλούσε λατινικά, ακριβώς εκείνη τη στιγμή πριν, γλείφοντας μια τελευταία φορά τα αφρισμένα από τη μπύρα μουστάκια της, βουτήξει με γδούπο, παραδομένη στο μεθύσι, το κεφάλι της στο ξύλινο πάγκο του καπηλειού.

Η δασκάλα με το σκούρο ηλιοκαμένο δέρμα, σα τη μύγα μες το γάλα στο πυρόξανθο πληθυσμό, μαζί με έναν περίεργο τύπο που κατοικούσε, σχεδόν έξω από το χωριό, ήταν τα μαύρα πρόβατα της μικρής κοινωνίας. Δακτυλοδεικτούμενοι και οι δυο, κανείς δεν αποζητούσε τη συντροφιά του άλλου, έχοντας συνηθίσει μάλλον να μην ανταλλάσσουν κουβέντα με κανέναν. Σαν τους συναντούσαν στο διάβα τους, έβρισκαν με επιτυχία διάφορες προφάσεις, πως τάχα είχαν λεκιαστεί στα πανωφόρια τους, έστρεφαν το βλέμμα τους πάνω τους και ψάχνονταν να καθαριστούν από τον αόρατο λεκέ. Ευτυχώς ο παράξενος τύπος, μιας κάποιας ηλικίας, αν κρίνει κανείς από το τις γκρίζες τρίχες που είχαν κατακτήσει τις γνάθους του και τα μαλλιά του κεφαλιού του, έβγαινε μόνο όταν έδυε ο ήλιος και χανόταν πίσω από τις μυτερές βουνοκορφές. Κανείς δεν γνώριζε το όνομά του ή πιο σωστά μάλλον θα το είχαν ξεχάσει μετά τις πρώτες συστάσεις. Της δασκάλας το γνώριζαν όλοι. Ρόζα, που θέλει να πει τριαντάφυλλο. Κάπως υπερβολικό για όνομα καθώς τα τριαντάφυλλα αν διαβάσει κανείς βιβλία βοτανολογίας θα διαπιστώσει πως έχουν έντονα χρώματα και έχουν άλλη τόσο έντονη μυρωδιά.  Η Ρόζα, πάντως δεν έκανε καμία κίνηση να τον πλησιάσει έτσι που έχασκε μόνη της, γιατί, όπως έλεγε σε άριστα πάντα λατινικά για τους απλοϊκούς κατοίκους «Κανένας ανώμαλος θα είναι κι αυτός. Δεν υπάρχει φυσιολογικός άνθρωπος σε αυτό τον τόπο, τέρμα Θεού», και ότι θα έπρεπε να το πάρει πια απόφαση να μην αφήνεται σε ρομαντισμούς και τέτοια ξεράσματα και να κλείσει μια και καλή με τα μπερδέματα και τους μπελάδες.

Για τον περίεργο αυτό τύπο κανείς δε γνώριζε λεπτομέρειες για το ποιόν και για το από πού κρατάει η σκούφια του. Σύμφωνα με τους αργόσχολους ιστοριοδίφες των ληξιαρχικών πρακτικών του Δήμου, είχε φτάσει για πρώτη φορά στη πόλη ως έμπορος υφασμάτων, με μία βαλίτσα γεμάτη εκλεκτά φορέματα και κορδέλες, όλα εμπριμέ με πολύχρωμες στάμπες και μοτίβα. Το εμπόρευμα, όπως ήταν αναμενόμενο, έμεινε απούλητο. Ίσως αν ο δρόμος τον έφερνε, αυτόν και το εμπόρευμά του σε άλλη πόλη, να γινόταν ανάρπαστο και να εκτιμούσαν τα κεντήδια και τις ζωγραφιές αλλά για αυτή που αναφέρεται η ιστορία μας ήταν υπερβολικό και εξεζητημένο. Χωρίς χρήματα, λοιπόν, με μόνη του περιουσία τα σκοροφαγωμένα υφάσματα, μην έχοντας άλλη επιλογή, αποφάσισε να παραμείνει και να ζει με όσα του πρόσφερε η μια αράδα κήπος μπροστά από το σπίτι, οι τρεις κότες του και η μια κατσίκα.

Τα βράδια λοιπόν, αψηφώντας ακόμα και τον παγετό ή το χιόνι, έπαιρνε το πιο απόκεντρο δρομάκι που οδηγούσε στο ψηλότερο σημείο του χωριού, το καμπαναριό με το δημοτικό ρολόι, και μόλις νύχτωνε για τα καλά, πίσσα σκοτάδι, καθόταν οκλαδόν στο πεζούλι κοιτώντας ένα γύρο τον ορίζοντα. Πάντοτε έφερνε μαζί του ένα σακίδιο από λιωμένο από την πολυκαιρία καραβόπανο. Βρόμικο και τρυπημένο σε πολλά σημεία στη βάση του από την πολυχρησία το τακτοποιούσε δίπλα του και ανά τακτά διαστήματα, μες στο σκοτάδι, με την αφή σιγουρευόταν για την ύπαρξή του. Όταν όλοι έπεφταν σε βαθύ ύπνο, κοντά στα μεσάνυχτα και αφουγκραζόταν τα ροχαλητά από την κουρασμένα κορμιά που ξεχύνονταν έξω από τα σφαλιστά παντζούρια, έβγαζε από το σάκο του ένα εργαλείο που αν το έβλεπε κανείς θα νόμιζε πως χρησίμευε για κάποια αγροτική εργασία, ίσως για να τινάζει τους καρπούς απ’ τα δέντρα. Στην άκρη ενός πτυσσόμενου κονταριού που δίπλωνε τρεις και τέσσερις φορές σαν έκλεινε, ήταν καλά στερεωμένος ένας μεταλλικός γάντζος, σαν κι αυτούς που κρεμούν τα σφαχτά οι κρεοπώληδες στη βιτρίνα του μαγαζιού. Με το γάντζο, λοιπόν, κάνοντας απαλές και αέρινες κινήσεις, φέρνοντας το περιμετρικά γύρω του ψάρευε τα άδικα όνειρα των ανθρώπων, που ξεπηδούν από τον ύπνο τους, τέτοια περίπου που κάνει κανείς όταν έχει ανεβάσει πυρετό και βρίσκεται σε ντελίριο, σαν ψήνεται κάτω από βαριά παπλώματα και κουβέρτες. Όλα του μέσα μπλέκονται, οι φόβοι με τις ελπίδες, μπερδεύονται οι εικόνες, η μία ξεπηδά και τη διαδέχεται η άλλη, σαν κινηματογραφική ταινία χωρίς υπόθεση, αρχή και τέλος. Και είναι σαν να περνά εφιάλτη.

Υπάρχουν δυο λογής όνειρα σε τούτο τον κόσμο. Εκείνα που κατεβαίνουν κατευθείαν από τον ουρανό, σαν από ανταπόκριση του εαυτού μας σε κάποια άλλη διάσταση, σε άλλη αστρική θέση, σε διαστημική προβολή, έξω από το γήινο περίβλημα, σταλμένα για να προειδοποιήσουν από κινδύνους και κακοτοπιές. Κι εκείνα που ανεβαίνουν από τη γη, κάθετα, διαγράφοντας περιστροφικές κινήσεις. Αυτά είναι δημιουργήματα των ανθρώπων σαν αφήσουν το λογισμό τους ελεύθερο. Ξεπηδούν κρυφά στον ύπνο και γράφουν πορεία αντίστροφη σε σχέση με τα άλλα. Από κάτω προς τα πάνω. Νύχτα με τη νύχτα, μέρα με τη μέρα, ανάσα με τη ανάσα, άλλοτε βαριά σε λήθαργο κι άλλοτε ανάλαφρη σα σε κατάσταση ελαφριάς υπνηλίας, φουσκώνουν και φουσκώνουν και φουσκώνουν από κρυφές επιθυμίες για τους άλλους που κανείς δεν θα μπορούσε να εκμυστηρευτεί ούτε στο γέρο καπελάνο αλλά ούτε και θα τολμούσε να παραδεχτεί παραμιλώντας σιγανά με τον εαυτό του. Ώσπου με τα πολλά, παραφουσκώνουν κι αρχίζουν να ξεκολλούν από πάνω μας, σε βαθιά μόνο νύχτα, και αποκτούν ένα βαθυπράσινο χρώμα της μούχλας κι άλλοτε εκείνο του βατράχου ή του γρασιδιού και σα τεράστια βραδυκίνητα μπαλόνια αρχίζουν αυτά να απομακρύνονται και να ανεβαίνουν όλο και πιο ψηλά, πιο μακριά ακόμα, πάνω από τους ορίζοντες, αφήνοντας πίσω τους ζώα, ανθρώπους, πόλεις και χωριά να φαίνονται μικρές μικρές κουκίδες. Εκείνη τη στιγμή που όλα πίσω τους φαίνονται μικροσκοπικά κι ασήμαντα, κάπου στην στρατόσφαιρα, που όπως λένε σπανίζει ο αέρας σπάνε και γεμίζουν τον αιθέρα κηλίδες, προκαλώντας κακό μεγάλο και συμφορά. Άλλοι λένε πως είναι μάγια, κι άλλοι μάτι από ανοιχτομάτη, κι άλλοι επίσης βασκάματα από μοχθηρό εχθρό. Όπως και να ‘χει μεγάλη απόγνωση και συμφορά σε περιμένει σαν δεν θα μπορείς να κοιμηθείς τα βράδια όταν θα έχει φυλακιστεί μέσα σε άδικο όνειρο η εικόνα σου και όλο σου το είναι.

Εκείνη τη στιγμή, πιάνοντας ένα άλλο με το γάντζο, ο θεριστής των αδίκων ονείρων το έφερε με προσοχή κοντά του και μ’ ένα κοφτερό μαχαίρι το έσκισε στα δύο,  κι αυτό ανέδυε αποφορά και χολή, σκέτο δηλητήριο. Ζυγώνοντας πιο προσεχτικά, ξεφλουδίζοντάς το σαν πορτοκάλι από τη φλούδα του, είδε πράγματα που δεν τα χωράει ο νους: ρούχα φρεσκοπλυμένα, λευκά και μυρωδάτα μαύρα από καρβουνόσκονη, κόκκινα κεράσια τραγανά φωλιά από σκουλήκια και τα στρούντελ του μήλου κατακαμένα και πικρά και αχάριστοι έρωτες ανεκπλήρωτοι και λειψοί.

Μια νύχτα όμως ο θεριστής δε φάνηκε να παίρνει την ανηφόρα για το ψηλότερο σημείο της ευτυχισμένης τούτης πολιτείας. Κι ούτε την επόμενη τον είδε κανείς να ξεμυτίζει από τον κήπο του το σούρουπο. Και την μεθεπόμενη πάλι δεν φάνηκε. Το σπίτι κλειστό και τα πορτοπαράθυρα μανταλωμένα. Την απουσία του, όμως κανείς δεν την πρόσεξε. Ίσως μόνο η δασκάλα που ονειρευόταν άλλα όνειρα, ακόμα και στον ξύπνιο της, με βαλίτσες, εισιτήρια και τρένα που έφευγαν κι έφευγαν χωρίς επιστροφή από σταθμούς, περνώντας γρήγορα από μέρη άγνωστα. Μόνο που στη πόλη είχε πέσει επιδημία και είχαν αρχίσει όλοι μεμιάς να νιώθουν φοβερούς πονοκεφάλους και ζαλάδες και τη νύχτα δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Κι ας έπαιρναν με το κουτάλι δραμαμίνες και μαντζούνια του βουνού για τις αρρυθμίες που τους έπιαναν στην καρδιά και την έκαναν να χορεύει. Κι ας σκεπάζονταν για να τους περάσει αυτός ο περίεργος πυρετός που δεν έλεγε να πέσει με κιλίμια βαριά. Κάπου –  κάπου ακουγόταν κάποιο κλάμα ακόμα και ξεφωνητό κι όλοι είχαν νεύρα, νεύρα, νεύρα πολλά.

 


© Copyright 2014 Σούκουλης Δημήτρης – All Rights Reserved

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

One comment on “Ο θεριστής των αδίκων ονείρων – Παραμύθι (για μεγάλους)

  1. Παράθεμα: Ο θεριστής των αδίκων ονείρων – Παραμύθι (για μεγάλους) – worldtraveller70

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Πλοήγηση

VISITORS

Flag Counter
Αρέσει σε %d bloggers: